Drama Mediation articles
Ιστολόγιο με άρθρα και μελέτες σχετικές με τη δραματοθεραπεία και την ψυχοθεραπεία μέσω τέχνης Επισκεφτείτε επίσης τα ιστολόγια με τις δραματοθεραπευτικές δραστηριότητες ή με θέματα γενικής ψυχολογίας .
24 November 2011
To μαύρο πρόβατο κι ο αποδιοπομπαίος τράγος
Το μαύρο πρόβατο είναι ένας πολύ συνήθης ρόλος που μπορεί να αφορά τόσο ένα μέλος μιας οικογένειας ή άλλης ομάδας στα πλαίσια των διατομικών σχέσεων, όσο και μίας μικρότερης ή μεγαλύτερης ομάδας στα πλαίσια διομαδικών σχέσεων.
Το υποκείμενο που αναλαμβάνει να παίξει αυτόν τον ρόλο, θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό και διαφορετικό. Φυσικά και όλοι είμαστε διαφορετικοί, αλλά το μαύρο πρόβατο είναι το άτομο που μέσα από την κοινωνική σύγκρισή του με τα άλλα μέλη της ομάδας (οικογένειας, οργανισμού κλπ) τονίζει περισσότερο τις διαφορές παρά τις ομοιότητές του με τους άλλους.
Το μαύρο είναι ένα χρώμα που στις δυτικές κουλτούρες είναι μάλλον αρνητικά φορτισμένο. Σχετίζεται με το σκοτάδι αλλά και το θάνατο.
Ο χαρακτηρισμός λοιπόν του μαύρου προβάτου καταδεικνύει ότι τόσο το ίδιο το άτομο όσο και η ομάδα αναγνωρίζουν μία διαφορά σε αυτό που είναι αρνητική και απειλητική σε σχέση με την ομοιότητα των άλλων μελών.
Το σίγουρο είναι πως το μαύρο πρόβατο ενοχλεί. Κι όπως λέει ο Marques (1990) που έχει ασχοληθεί εκτενώς με την έρευνα του συσκεκριμένου θέματος, ενοχλεί περισσότερο κάποιος που ανήκει στην ομάδα μας παρά από κάποιον που ανήκει σε άλλη ομάδα.
To μαύρο πρόβατο προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην ομάδα καθώς η ύπαρξή του θίγει θέματα συλλογικής ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, το μαύρο πρόβατο εμφανίζεται όταν η ομάδα δείχνει την προτίμησή της προς κάποια μέλη, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει την δυσαρέσκειά της προς άλλα. Ο ρόλος αυτός δηλαδή χαρακτηρίζεται από μία πόλωση ανάμεσα στα «καλά» μέλη και το «κακό» μέλος.
Πώς όμως δημιουργείται αυτή η θέση;
Φαίνεται ότι το μαύρο πρόβατο αναδεικνύεται κυρίως από τη μη συμμόρφωσή του στους κοινωνικούς κανόνες της ομάδας (νόρμες). Έτσι το «μαύρο» φαίνεται να στιγματίζει το μέλος το οποίο παραβιάζει τους κανόνες και έτσι γίνεται διακριτό και εξαιρετικά ορατό από τους άλλους. Αν δεν υπάρξει συμμόρφωσή του στον ενδοομαδικό κανονισμό τότε κινδυνεύει να αποβληθεί από την ομάδα και τότε μπαίνει στον (πολύ κοντινό) ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.
Όμως, το μαύρο πρόβατο χαρακτηρίζεται επίσης από την αδυναμία της θέσης του. Η αδυναμία αυτή μπορεί να είναι αντικειμενική ή υποκειμενική. Συνήθως είναι το δεύτερο. Είναι ένας δυσάρεστος ρόλος που φτιάχνεται από τη διαπροσωπική επαφή. Τόσο ο άλλος πιστοποιεί αυτή τη δυσάρεστη διάκριση του υποκειμένου, αλλά, κυρίως, είναι απαραίτητη και η συναίνεση του ίδιου.
Κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Η αδυναμία του υποκειμένου μπορεί να σχετίζεται με συναισθήματα ενοχής και ντροπής ή μειονεξίας που το ίδιο αισθάνεται. Τα αισθήματα μειονεξίας του μπορεί να μην γίνονται πάντα εύκολα αντιληπτά και να δίνει ακριβώς την αντίθετη εντύπωση, ως κάποιος που είναι αλλαζόνας, σνομπ ή αδιάφορος προς τα άλλα μέλη. Το σίγουρο είναι πάντως πως αν δεν υπάρχει αυτή η συναίνεση τότε σπάνια θα αποδεχτεί αυτόν το ρόλο.
Στη συνέχεια μία ολόκληρη σειρά στερεοτύπων δημιουργούνται γύρω από το μαύρο πρόβατο έτσι ώστε πλέον χάνει κάθε δύναμη επιρροής απέναντι στο περιβάλλον του.
Αυτό συμβαίνει γιατί τα στερεότυπα μας τυφλώνουν. Όταν για παράδειγμα χαρακτηρίσουμε κάποιον τεμπέλη, αλήτη, κλέφτη, τρελό κ.ο.κ. παύουμε να ακούμε το περιεχόμενο του λόγου του. Τα στερεότυπα με τη σειρά τους δημιουργούν προκαταλήψεις που κάνουν τους ανθρώπους α-νόητους. Τους απομακρύνουν δηλαδή από τον ορθολογισμό και περιορίζονται μέσα στη γνωστική οκνηρία του δεδομένου περιεχομένου των προκαταλήψεων.
Μία από τις συνέπειες που έχει αυτός που κατέχε το ρόλο του μαύρου προβάτου είναι η αποβολή του από την ομάδα. Τότε γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, που στα γαλλικά λέγεται bouc-emissaire με το δεύτερο συνθετικό της λέξης να προέρχεται από τη ρίζα mission(=αποστολή) υποννοώντας ότι πρόκειται για ένα λειτουργικό ρόλο για την κοινότητα.
‘Οπως μας λέει κι ο Rene Girard δεν υπάρχει αποδιοπομπαίος τράγος που δεν εκτελεί μία βασική αποστολή για την ομάδα. Στην πραγματικότητα, το μαύρο πρόβατο, αλλά και ο αποδιοπομπαίος τράγος εμφανίζονται για να ενδυναμώσουν τη συνοχή της ομάδας. Μέσω του μηχανισμού της προβολής, το σύνολο ρίχνει όλη την επιθετικότητά του πάνω σε ένα άτομο-ή μικρή ομάδα-. Εκτός από την επιθετικότητα του συνόλου, αυτό με το οποίο επενδύεται ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι ότι φορτώνεται όλα τα λάθη και τις αμαρτίες της ομάδας. Πρόκειται για μία διαδικασία ψυχικής κάθαρσης της κοινότητας και το φαινόμενο αυτό το βρίσκουμε σε όλο τον πλανήτη και σε κάθε ιστορική στιγμή.
Με αυτόν τον τρόπο, διώχνοντας ένα μέλος τα υπόλοιπα ενώνονται και δεν κινδυνεύουν από την ενοχή για τα λάθη και τις αμαρτίες τους ούτε από την επιθετικότητά τους, η οποία έχει εκτονωθεί και η κοινότητα δεν απειλείται με επικίνδυνες συγκρούσεις μεταξύ των μελών. Από την άλλη, ο στιγματισμός του μέλους, το «μαύρισμα» του και οι συνέπειες που αυτό επιφέρει λειτουργούν αποτρεπτικά σε κάθε μέλος που θα μπορούσε να εκδηλώσει συμπεριφορές ανταρσίας και μη υπακοής στις νόρμες της ομάδας.
Όπως μπορούμε να καταλάβουμε, οι περίοδοι κρίσης (όπου εμφανίζονται απειλές διάλυσης) αποτελούν την καλύτερη στιγμή για την ανάδειξη μαύρων προβάτων και αποδιοπομπαίων τράγων. Είναι η στιγμή όπου χρειάζεται οπωσδήποτε η θυσία ενός μέλους για να σωθεί το σύνολο.
Ο ρόλος του μαύρου προβάτου αλλά και του αποβεβλημένου μέλους αποτελούν τη θυσία για τη σωτηρία της συνοχής του συστήματος και άρα υπόκεινται αναπόφευκτα σε μία διαδικασία θυματοποίησης. Δεν είναι τυχαία η μεταφορά του προβάτου αλλά και του τράγου. Και τα δύο είναι ζώα θυσίας από την αρχαιότητα ως σήμερα όπου το κυριότερο παράδειγμα αποτελεί το αρνί του Πάσχα.
Όμως δεν μπορεί να υπάρξει θύτης χωρίς θύμα, ούτε θύμα χωρίς θύτη. Είναι θέσεις που παίρνονται με κοινή αποδοχή και χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξάρτησης. Όμως επειδή οι σχέσεις είναι ζωντανές οι αλλαγές είναι εφικτές το ίδιο και ο επαναπροσδιορισμός των ρόλων και των θέσεων.
Έτσι, από το παράδειγμα του τοξικοεξαρτημένου που αποτελεί το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, του παιδιού στη σχολική τάξη που απορροφά την επιθετικότητα όλων, έως το παράδειγμα της Ελλάδας στην παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση-μπορούμε να καταλάβουμε ότι πίσω από το μαύρο πρόβατο έχουμε να κάνουμε με μία κρίση του συστήματος που χρειάζεται αλλαγή (θεραπεία) ως σύνολο.
Η λύση για το μέλος είναι η ψυχική ενδυνάμωσή του. Έχοντας ψυχικά δυναμώσει, μπορεί να μετατρέψει τον δυσλειτουργικό του ρόλο του περιθωριοποιημένου στον περισσότερο λειτουργικό (τόσο για τον ίδιο όσο και για την ομάδα) του εναλλακτικού. Γιατί πάντα μία καινοτομία παρά το γεγονός ότι έρχεται σε σύγκρουση με το, ως εκείνη τη στιγμή δεδομένο, δεν παύει να αποτελεί μία βασική επιθυμία κάθε οργανισμού που επιθυμεί την πρόοδό του.
16 October 2011
Θεραπεύοντας την κατάθλιψη με τη δραματοθεραπεία
Η κατάθλιψη είναι μία ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνεχή θλίψη, ή πάγωμα των συναισθημάτων, δυσκολίες στον ύπνο, διαταραχές στη διατροφή (περισσότερη ή λιγότερη λήψη τροφής), κόπωση, απώλεια ενδιαφέροντος, απώλεια επιθυμίας, σεξουαλική έκπτωση ή πλήρης αποχή, αποφυγή κοινωνικότητας και απόσυρση. Στην κλασική της μορφή η κατάθλιψη περιλαμβάνει και συναισθήματα ενοχής και αυτοκατηγορίες. Ο καταθλιμμένος δυσκολεύεται να αποχωριστεί το κρεβάτι του γιατί δεν βρίσκει κάποιο λόγο για να σηκωθεί και να ξεκινήσει η μέρα του. Η ζωή του φαίνεται γκρίζα και ανούσια. Μπορεί να αισθάνεται συχνά εκνευρισμό και ευερεθιστότητα. Δεν είναι σπάνια η συχνή χρήση αλκοόλ ή και άλλων ουσιών. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν ιδέες αυτοκτονίας και ενίοτε πραγματοποιούνται.
Η κατάθλιψη μοιάζει σαν ένα πένθος για μία καταστροφή που έχει συμβεί στο παρελθόν. Όμως διαφέρει από τη θλίψη του πένθους, που είναι μία φυσιολογική λειτουργία του ψυχισμού και που χρειάζεται ώστε να συντελεστεί ο αποχωρισμός από το απωλεσθέν αντικείμενο (άνθρωπο, ή κατάσταση). Το φυσιολογικό πένθος, καθώς περνάει ο καιρός από την στιγμή της απώλειας, σιγά σιγά υποχωρεί και παύει να υπάρχει. Σε μεγάλες απώλειες (θάνατοι, διαζύγια κλπ) το πένθος μαλακώνει κυρίως μετά τον πρώτο χρόνο. Σε περίπτωση που η θλίψη από ένα πένθος παραμένει αμείωτη μετά τον ένα χρόνο, τότε μπορεί να μετατραπεί σε κατάθλιψη.
Ο στόχος της ψυχολογικής παρέμβασης διαφέρει στις δύο περιπτώσεις. Στην περίπτωση της θλίψης από πένθος δίνουμε περισσότερη έμφαση στην στήριξη, ενώ στην κατάθλιψη μαζί με την στήριξη στόχος είναι η θεραπεία.
Η κατάθλιψη είναι η πιο συχνή ασθένεια στον σύγχρονο κόσμο με ανησυχητικά αυξητικές τάσεις. Συνήθως οι περισσότεροι βιώνουν κάποια περίοδο με αυτά τα συμπτώματα, αλλά είναι περαστική. Πιο ευάλωτα ηλικιακά είναι τα άτομα που βρίσκονται σε ηλικία ή σε φάση μετάβασης (π.χ. εφηβεία, εμμηνόπαυση, τοκετός) ενώ είναι σε πολύ ψηλά ποσοστά στην τρίτη ηλικία. Από τα δύο φύλα πιο ευάλωτες είναι οι γυναίκες.
Έτσι, η βασική αφορμή της είναι η αλλαγή της ζωής από κάποιο περιστατικό ή γεγονός.
Γι αυτό και κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι δείκτες της κατάθλιψης ανεβαίνουν, καθώς επέρχονται αλλαγές στον οικονομικό προγραμματισμό, αυξάνεται η απειλή απώλειας της εργασίας και η ανασφάλεια για το μέλλον.
Αιτίες της κατάθλιψης μπορούν να είναι τα κακά παιδικά χρόνια, μία καταθλιπτική μητέρα (ή πατέρας-ιδιαίτερα όταν ο πάσχων είναι άντρας), ένα μη επαρκώς επεξεργασμένο πένθος, μία πολύ αυταρχική ανατροφή, η μη αποδοχή του συνόλου της προσωπικότητας από τους γονείς, σωματικές τιμωρίες κατά την παιδική ηλικία, η κακή διαχείριση της επιθετικότητας και η μετατροπή της σε ενοχή, αποτυχίες που μεγενθύνονται, εξιδανικεύσεις από μία υπερβολικά ρομαντική αντίληψη του κόσμου και του εαυτού...
Υπάρχει η καθαρή μορφή της, όπως δηλαδή την περιγράψαμε, ή η μεικτή μορφή στην οποία εναλλάσσονται περίοδοι μανίας και κατάθλιψης. Η μανία είναι η φάση υπερδραστηριότητας, ψευδοευφορίας, όπου συχνά ο έλεγχος απουσιάζει και το άτομο μπορεί να εκδηλώσει επικίνδυνες για τον εαυτό του συμπεριφορές. Αυτή η μεικτή μορφή κατάθλιψης ονομάζεται διπολικότητα, καθώς το θυμικό εκφράζεται μέσα από δύο πόλους, την απόλυτη θλίψη ή την υπερβολή ευφορίας. Η διπολική διαταραχή έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την κυκλοθυμία, ενώ οι σχέσεις του διπολικού δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο.
Ο καταθλιμμένος νοιώθει απελπισία, απογοήτευση και το αίσθημα ότι είναι αβοήθητος. Όμως και ελπίδα υπάρχει και αλλαγή μπορεί να συμβεί εφόσον αποφασίσει να ζητήσει βοήθεια. Καθώς η κατάθλιψη επηρεάζει όλες τις πτυχές της ζωής αλλά και τις σχέσεις και χρειάζεται οπωσδήποτε θεραπεία.
Κατά τη χορήγηση του Rorschach σε καταθλιπτικούς βλέπουμε να υπάρχει μία φτώχεια σε ιδέες και μία διανοητική έκπτωση, που όταν αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη θεραπευτικά βλέπουμε να βελτιώνονται σημαντικά και αυτές οι λειτουργίες.
Η ζωή φαντάζει ανούσια. Η απαισιοδοξία καταργεί κάθε όνειρο για το μέλλον. Η κατάθλιψη λοιπόν, καταλήγει στο να ακινητοποιεί τον άνθρωπο που παύει να έχει βούληση και την ενέργεια που απαιτείται για να κάνει πράγματα που έκανε στο παρελθόν ή να οργανώσει νέα σχέδια. Μοιάζει με μία άνευ όρων παράδοση, ένα βούλιαγμα στο κρεβάτι ή στην πολυθρόνα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του καταθλιπτικού είναι η επαφή με το κενό. Το κενό που ως άδειο μας βάζει μπροστά στη λογική της απουσίας και της έλλειψης. Το κενό μοιάζει με μαύρη τρύπα του σύμπαντος που ρουφάει τα πάντα εξαφανίζοντας το νόημά τους. Τελικά, το χειρότερο, ίσως, που φαίνεται να συμβαίνει στην κατάθλιψη είναι αυτό το κενό της το οποίο αφορά στην απουσία του νοήματος αλλά και της αναπαράστασης. Καθώς η αναπαραστασιακή ικανότητα διολισθαίνει, επηρεάζεται γενικότερα η νοητική λειτουργία.
Η δραματοθεραπευτική μέθοδος έχει εξαιρετικά αποτελέσματα στους καταθλιπτικούς.
Καταρχήν, πολλές από τις τεχνικές της μεθόδου, ιδιαίτερα αυτές που τις αποκαλούμε «ζέσταμα» στην περίπτωση της ομαδικής μορφής της μεθόδου, στηρίζονται στη χρήση του παιχνιδιού. Το παιχνίδι εκτός από το γεγονός ότι αναπτύσσει ικανότητες και προκαλεί την αφύπνιση πολλών λειτουργιών του οργανισμού (προσοχή, ισορροπία, επινοητικότητα, συγκέντρωση κλπ) προκαλεί αισθήματα ευεξίας σ’αυτόν που παίζει. Για το λόγο αυτό, αν παρατηρήσουμε τα παιδιά, ποτέ δεν είναι λυπημένα την ώρα που είναι συνεπαρμένα από το παιχνίδι. Βεβαίως τα παιχνίδια που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ενηλίκων είναι προσαρμοσμένα για αυτή την ηλικιακή κατηγορία.
Καθώς η μέθοδος έχει ως μέσο τη συμβολική δράση προτρέπει στην κινητοποίηση τόσο του σώματος όσο και της συμβολικής λειτουργίας του καταθλιμμένου. Στο τέλος κάθε συνεδρίας υπάρχει η επένδυση του λόγου όπου ό,τι έχει βιωθεί αποκοδικωποιείται, υφίσταται σε αναστοχασμό και αποκαλύπτονται ασυνείδητα ως εκείνη τη στιγμή ψυχικά περιεχόμενα.
Οι δράσεις που προτείνονται πάντα προσαρμόζονται στην ειδική περίπτωση του καθένα. Έτσι, δεν ξεκινάμε ποτέ με έντονες δραστηριότητες στις πρώτες συνεδρίες, ούτε με τεχνικές που αναφέρονται σε ανοίκειες συμπεριφορές για τον θεραπευόμενο. Ξεκινούμε με δράσεις που είναι περισσότερο οικείες και σιγά σιγά προχωρούμε σε αυτές που είναι λιγότερο, καθώς αναπτύσσεται η εμπιστοσύνη στο πλαίσιο και τον θεραπευτή αλλά και εξοικείωση με τη μέθοδο. Στόχος είναι να καλύψουν οι δράσεις όλα τα επίπεδα έκφρασης του ατόμου, ή της ομάδας. Μέσω της έκφρασης θα βρουν έξοδο τα τοξικά συναισθήματα της ενοχής, του θυμού, της θλίψης, της απογοήτευσης και της απελπισίας που στον καταθλιπτικό είναι στραμένα προς τον εαυτό. Μέσω της έκφρασης επιτρέπεται μία οξυγόνωση που φέρει άμεσα ανακούφιση.
Το ψυχικό κενό σταδιακά γεμίζει από το νόημα που προσφέρουν οι συμβολικές πράξεις.
Η δραματοθεραπεία κατορθώνει να επανορθώσει πολύ γρήγορα το αναπαραστασιακό κενό της κατάθλιψης, καθώς δουλεύει σε πολλαπλά σημασιολογικά επίπεδα, σε αντίθεση με πολλές άλλες θεραπείες. Η ταχύτητα της θεραπείας έγκειται στο ότι προστίθεται ένα ακόμη επίπεδο ανάλυσης, αυτό της δράσης. Η δράση ,συνέπεια της κάθε δραματοθεραπευτικής τεχνικής, μας (θεραπευτή και θεραπευόμενο) φέρνει μπροστά σε έναν θησαυρό νοήματος κάθε φορά. Η κίνηση του σώματος, ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος, η ευκολία ή δυσκολία που αισθάνθηκε πράττοντας, η φωνή, το περιεχόμενο του λόγου, οι εικόνες που δημιουργούνται ως αποτέλεσμα κατασκευής ενός σκηνικού, ο επιλεγμένος φωτισμός, το επιλεγμένο κοστούμι, ο χρόνος της δράσης, η κατασκευή του συγκεκριμένου σεναρίου, η σκηνοθεσία κι άλλα ακόμη φαινομενολογικά στοιχεία φωτίζονται και αργότερα, μετά το πέρας της πράξης επενδύονται ερμηνευτικά από το ίδιο το άτομο-ή την ομάδα, αν πρόκειται για ομαδική θεραπεία με τη βοήθεια του θεραπευτή.
Καθετί που λέγεται σε μία συνεδρία, αλλά και που γίνεται εντός ή εκτός σκηνής είναι σημαντικά. Κι ως τέτοια είναι φορείς νοήματος.
Η μεταφορά που είναι η κινητήριος δύναμη της δραματοθεραπευτικής μεθόδου κατορθώνει να δημιουργεί συνδέσεις και συνθέσεις. Η μεταφορά ως μηχανισμός, κινεί, συγκινεί, μετακινεί μεταφέρει και οδηγεί τελικά στην αλλαγή. Αυτό επιφέρει την αποκατάσταση της συνειρμικής σκέψης που έχει διαταραχθεί στον καταθλιμένο.
Η συνειρμική σκέψη, η δημιουργία δηλαδή αλυσιδωτών αναπαραστάσεων που συνδέονται μεταξύ τους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εξέλθει κανείς από την κατάθλιψη. Κι αυτό γιατί η κατάθλιψη εξασθενεί την ικανότητα του να δει κάποιος ένα πρόβλημά του μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Μία απαισιόδοξη ιδέα λειτουργεί εγκλωβιστικά και εμποδίζει τόσο από την ανεύρεση λύσεων, όσο και από την προοπτική βελτίωσης της κατάστασης.
Τα παιχνίδια ρόλων, μία βασική τεχνική της δραματοθεραπευτικής μεθόδου, καλούν τον καταθλιμμένο να μπει σε άλλο ρόλο, έξω από τον εαυτό του. Αυτό έχει ως συνέπεια τόσο την αποστασιοποίηση από την υποκείμενη θέση του, όσο και την σταδιακή ανάπτυξη της ενσυναίσθησης (αφού μπαίνει στα παπούτσια κάποιου άλλου, μιλάει σαν να ήταν εκείνος, συν-αισθάνεται πώς θα μπορούσε να νοιώθει εκείνος). Οδηγούμαστε δηλαδή στην μετατροπή ενός άκαμπτου ψυχισμού που πάσχει και είναι ευάλωτος, σε μία κατάσταση μεγαλύτερης ευλυγισίας και άρα ανθεκτικότητας.
Η δραματοθεραπευτική μέθοδος παρέχει μία πληθώρα ερεθισμάτων. Η κατάθλιψη, ιδιαίτερα η γεροντική, μπορεί να επέλθει ακριβώς κι από την ανεπάρκεια ερεθισμάτων-καθώς αυτή επιφέρει αδρανοποίηση των νευρώνων. Με τα ποικίλλα αισθητηριακά ερεθίσματα ενεργούμε ακριβώς στο ξύπνημα του οργανισμού, στην αναζωογόνησή του.
Δουλεύοντας δραματοθεραπευτικά με καταθλημμένους, βλέπουμε σταδιακά να εμφανίζονται κι άλλα συναισθήματα που τα έχει κουκουλώσει η κυριαρχία της θλίψης. Τέτοια είναι ο θυμός, που έχει στραφεί προς εαυτόν, αλλά και ο φόβος-από τον οποίο φαίνεται η κατάθλιψη να έρχεται συχνά ως άμυνα αφού παραλύει τον άνθρωπο και τον αναγκάζει να μένει μακριά από καταστάσεις που προκαλούν φόβο. Αφού γίνει η αναγνώριση αυτών των κουκουλωμένων συναισθημάτων αρχίζει η επεξεργασία τους προκειμένου να αντιμετωπιστούν.
Στη δραματοθεραπεία, πέρα από την αφύπνιση του φαντασιακού, αφυπνίζεται και η πρακτική λειτουργικότητα. Τα χέρια δουλεύουν, κατασκευάζουν. Πρέπει να λυθούν διάφορα μικροπροβλήματα, όπως για παράδειγμα πώς μπορεί να στερεωθεί το λάστιχο σε μία μάσκα κλπ. Έτσι, υπάρχει συνεχώς η επαφή με την πραγματικότητα. Αυτή η επαφή ενισχύεται ακόμη περισσότερο μετά το πέρας της συμβολικής πράξης κατά τη φάση της αποκωδικοποίησης και συνειδητότητας.
Η κατάθλιψη μοιάζει να αυξάνει το βάρος του σώματος. Οι ώμοι κύρτονται προς το έδαφος και το κεφάλι τείνει επίσης προς τα κάτω. Η ψυχοσωματική δουλειά που προσφέρει η δραματοθεραπεία ξανατοποθετεί το σώμα στην πραγματική σχέση του με τη βαρύτητα που του ασκεί η γη.
Ο καταθλιμμένος άνθρωπος είναι σα να έχει πέσει σε ψυχικό κώμα. Έρχεται σε επαφή με το τίποτα, το μηδέν, το κενό. Η τέχνη προσφέρει τη δυνατότητα παρηγοριάς ενώ η χρήση της ως μέσου θεραπείας έχει ως στόχο την αφύπνιση της δημιουργικότητας, που αποτελεί μία βασική έκφανση της αρχής της ζωής.
Ο Winnicott έλεγε ότι σε όλους μας υπάρχει τάση για κατάθλιψη που εξαφανίζεται κατά την περίοδο των διακοπών. Ο Lacan αποκάλεσε τον άνθρωπο "διχασμένο υποκείμενο" για να δηλώσει ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν είναι πλήρης. Πάντα κάτι του λείπει κι αυτό που αποτελεί πηγή ματαίωσης, είναι ταυτόχρονα το διαβατήριο για να αναζητήσει την ετερότητα, να κάνει σχέσεις , να έχει σεξουαλικότητα, αλλά και να κυνηγά ιδανικά και να ονειρεύεται το μέλλον του. Μέσα στην επαφή με αυτή την πραγματικότητα μαθαίνουμε να συμφιλιωνόμαστε με την έλλειψη και τη ματαίωση που αυτή επιφέρει, ενώ από την άλλη, είναι αυτή η ίδια αποδοχή της έλλειψης που επιτρέπει την ανάδυση της επιθυμίας.
13 September 2011
Μελέτη των ψευδονύμων (nick names) στους χώρους συζήτησης του διαδικτύου (chat rooms): Ένα ιδιότυπο παιχνίδι ρόλων (2002).
Περίληψη
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε το 2002 και αφορούσε στη διερεύνηση των ψευδονύμων που επιλέγουν οι συμμετέχοντες σε ηλεκτρονικούς τόπους συζήτησης (chat rooms). Στους συγκεκριμένους τόπους απαιτείται η επιλογή ενός ψευδονύμου. Το όνομα, ως φορέας ταυτότητας, στην εκτός διαδικτύου ζωή, δεν το επιλέγει το ίδιο το άτομο αλλά η οικογένεια. Έτσι, η επιλογή ενός ψευδονύμου δίνει την ευκαιρία στο υποκείμενο να αυτοκαθοριστεί απέναντι σε άλλα υποκείμενα, τα οποία όμως δεν έχουν πρόσβαση στην πραγματική του ταυτότητα. Σε αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό αποφασίζει να εμφανίσει, να δώσει προτεραιότητα σε κάποια στοιχεία ταυτότητας που είτε αντιστοιχούν στην πραγματική του, είτε είναι ψευδή, προς αναζήτηση διαδικτυακών συνομιλητών. Φαίνεται ότι η επιλογή του συγκεκριμένου ψευδονύμου αποσκοπεί σε συγκεκριμένη πρόθεση καθώς το ψευδόνυμο είναι το μόνο εμφανές στοιχείο της ταυτότητας και μπορεί να είναι φορέας έλξης ή απώθησης συνομιλητών. Η ανωνυμία του διαδικτύου φαίνεται να βοηθά στην οργάνωση ενός παιχνιδιού ρόλων, το οποίο ξεκινά ήδη από την επιλογή του ψευδονύμου, μία επιλογή περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή.
Study of the nick names into the chat rooms (2002)
This study has been done during 2002 and had as aim the investigation of the chosen nicknames of the participants into a chat room. In these virtual places the participant must choose a nickname before his participation. The name, as a factor of identity, in the offline life, is not a choice of the subject but of his family. The choice of a nick name gives the chance to the subject of a kind of self construction and to be in “contact” with other subjects, who don’t have access in his real identity. In this self construction he has to choose which real or false identity features he wants to present to other subjects for entering into a conversation with some of them. It’s obvious that the choice of a particular nick name has a meaning relative to the motivation of the subject, as it is the only manifest element of the identity and it can function as a source of attraction or repulsion on the other subjects. The anonymity of the internet helps to the organisation of a role playing game that already starts from the choice of the nick name, a choice that can be more or less conscious.
Τα chat rooms θα μπορούσαν να είναι σύγχρονοι «τόποι» επικοινωνίας, ανάλογοι των καφενείων, των αγορών ή άλλων τόπων που κατά περιόδους φιλοξενούσαν και ενθάρρυναν την διατομική ή ομαδική επικοινωνία.
Το ενδιαφέρον μας στρέφεται ιδιαίτερα στα chat rooms γιατί παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες, που ως σήμερα κανένας άλλος «τόπος» συζήτησης δεν είχε.
Καταρχήν, η ίδια έννοια του τόπου αλλάζει. Τα chat rooms δεν νοούνται ως γεωγραφικά προσδιορισμένοι τόποι. Το άτοπον της επικοινωνίας το συναντάμε σε όλο το φάσμα του διαδικτύου. Τα άτομα δεν συζητούν όντας στον ίδιο γεωγραφικό τόπο, όπως γινόταν ως τώρα.
Θα νοήσουμε λοιπόν την έννοια του διαδικτυακού τόπου με την έννοια που έδωσε ο Γιώργος Βέλτσος στην «χώρα» ως «μια έννοια δράσης και μετασχηματισμού δράσης παρά χώρος ή τόπος».
Τα άτομα που συμμετέχουν και συζητούν σε ένα chat room είναι δράστες αυτής της ιδιόμορφης επικοινωνίας. Πρόκειται για μία συμπεριφορά και άρα ως τέτοια μας απασχολεί, μέσα στο πλαίσιο της ψυχολογικής μελέτης.
Μία άλλη διαφορά αυτού του τύπου συζήτησης, σε σχέση με άλλους παλαιότερους είναι ο γραπτός χαρακτήρας της επικοινωνίας. Θα μπορούσε να πλησιάζει την μορφή της αλληλογραφίας, η βασική διαφορά, όμως, έγκειται στο ότι τα άτομα αλληλεπιδρούν, όντας σε κοινό χρόνο στο διαδίκτυο (συγχρονική μορφή επικοινωνίας). Όπως μας λέει ο Γ. Πεφάνης: «Το κείμενο-λόγος διαμορφώνει ένα δυναμικό πεδίο μεταξύ οικείου και ανοικείου, ταυτότητας και διαφοράς».
Ο κοινός χρόνος φαίνεται να φέρνει κοντά τα άτομα. Μπορούν να συνομιλούν άνθρωποι απ’όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη της γης, επειδή συνεβρίσκονται την ίδια στιγμή στον ίδιο χώρο, με την έννοια του χώρου ως πεδίου δράσης-ξεκομμένου από την γεωγραφική του έννοια- και να αναπτύσσουν σχέσεις οικειότητας, γεγονός που μπορούμε να το διαπιστώσουμε εύκολα με συμμετοχική παρατήρηση σε κάποιον απ’αυτούς τους χώρους συζήτησης.
Το βασικότερο κατά τη γνώμη μας γεγονός, πάνω στο οποίο στηρίζεται κατά πολύ αυτή η μελέτη, είναι ότι τα άτομα είναι αόρατα και ουσιαστικά ανώνυμα.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την επικοινωνία; Γνωρίζουμε ότι στην πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, ακόμη και χωρίς τον λόγο επικοινωνούμε συνεχώς. Ανταλλάσσουμε πληροφορίες σχετικές με το φύλο, την ηλικία, την ράτσα, την υγεία, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, την κουλτούρα. Tι γίνεται με αυτού του τύπου την επικοινωνία όπου ο καθένας είναι ανώνυμος και αόρατος; Υποθέτουμε ότι σε αυτήν την κατάσταση, αυτό που είναι πολύ σημαντικό (και το μόνο στοιχείο που έχουμε για τον άλλον) είναι το όνομα που χρησιμοποιεί (nickname) προκειμένου να συμμετάσχει στην κουβέντα. Είναι το μόνο στοιχείο φαινομενικό που έχουμε για τον άλλο, τουλάχιστον αρχικά, αφού μετά αυτοπροσδιορίζεται από το περιεχόμενο του λόγου του, αν εκφραστεί δημόσια.
Ξέρουμε, από τα πειράματα του Leavitt (1965) ότι η επικοινωνία των ατόμων, όταν βρίσκονται αυτοπροσώπως σε ομάδα, διευκολύνεται όταν η διάταξή τους είναι σε κύκλο, ώστε ο καθένας να έχει ίση απόσταση από το κέντρο και να μπορεί να βλέπει τα άλλα μέλη της ομάδας, όπως και να γίνεται ορατός απ’ αυτά, επικοινωνώντας με τη μεγαλύτερη αμεσότητα. Εδώ τέτοιου τύπου επικοινωνιακές θεωρίες δεν μπορούν να έχουν ισχύ. Είμαστε όλοι παρόντες και απόντες. Εδώ και αλλού. Συνομιλούμε δημόσια ή αποφασίζουμε να συνομιλήσουμε ιδιωτικά.
Για να συνοψίσουμε, τα chat rooms (chat=κουβέντα) είναι οι διαδικτυακοί χώροι συζήτησης όπου η αλληλόδραση των ατόμων γίνεται σε «πραγματικό» χρόνο, ή αλλιώς τα άτομα είναι συγχρονισμένα. Η συζήτηση πραγματοποιείται μέσω του δακτυλογραφημένου λόγου.
Ο κάθε συμμετέχων πληκτρολογεί αυτό που θέλει να απευθύνει στους άλλους και με το ENTER το κείμενο του εμφανίζεται στις οθόνες αυτών που το αποστέλει.
Η συζήτηση μπορεί να γίνει σε ομαδικό επίπεδο είτε ιδιωτικά με έναν ή περισσότερους άλλους.
Όταν κάποιος αποφασίζει να συμμετάσχει σε έναν τέτοιο χώρο συζήτησης, πρέπει να επιλέξει τον χώρο ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του. Υπάρχουν χιλιάδες chat rooms και τιτλοφορούνται ανάλογα με το θέμα των συζητήσεων στο οποίο αναφέρονται. Αφού το άτομο επιλέξει σε τι είδους «χώρο συζήτησης» θέλει να συνεβρεθεί με άλλους για διάλογο, πρέπει να επιλέξει ένα όνομα. Το όνομά του (nickname) αναγράφεται στο δεξιό τμήμα της οθόνης και είναι ορατό από όλους τους άλλους χρήστες. Να σημειώσουμε ότι είναι υποχρεωτικό το στάδιο της επιλογής του ονόματος, αλλιώς δεν του επιτρέπεται η συμμετοχή.
Αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τη μελέτη των ψευδονύμων που χρησιμοποιούν οι συνομιλητές καθώς αυτά είναι τα μόνα σημαίνοντα που έχουμε στη διάθεση μας για τον άλλο. Η βασική ερώτηση που μας απασχολεί είναι με τι νοηματικό περιεχόμενο αποφασίζουν τα υποκείμενα να αυτοπαρουσιαστούν.
Θεωρητική βάση αυτής της έρευνας είναι οι έννοιες της ταυτότητας και της ετερότητας, όπως αυτές διαμορφώνονται σε τέτοιες συνθήκες. Μία σημαντική ιδιαιτερότητα που υπάρχει στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η ταυτότητα με την ετερότητα συγχέονται. Ο εαυτός, ως κατασκευασμένος, είναι υποκείμενο και αντικείμενο ταυτόχρονα. Εαυτός και άλλος την ίδια στιγμή. Ο εαυτός ως παιχνίδι μεταμόρφωσης και κατασκευής εναρμονίζεται απόλυτα στο κλίμα της μετανεωτερικότητας. Το διαδίκτυο γίνεται η σκηνή όπου εξελίσσονται καθημερινά χιλιάδες παιχνίδια ρόλων. Οι ρόλοι πολλαπλασιάζονται. Όταν ο Erwin Goffman έγραφε την «παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή» δεν υπήρχε το διαδίκτυο. Κατέγραψε όμως το φαινόμενο της αλλαγής που υφίσταται το υποκείμενο ανάλογα με τον ρόλο που υιοθετεί κατά τις διαφορετικές καταστάσεις της καθημερινότητας. Η ζωή ήταν για τον Goffman ήδη από την δεκαετία του ’70 συνδεδεμένη με την παράσταση κι ο κόσμος μια απέραντη σκηνή.
Αυτή η δυναμική του διαδικτύου μας προκαλεί να επανεξετάσουμε την έννοια της ταυτότητας, αφού αυτή εμφανίζεται κατασκευασμένη από τα άτομα, κατά την βούλησή τους. Η συγκεκριμένη ταυτότητα μπορεί να περιλαμβάνει την έννοια της ιστορικότητας του υποκειμένου (σύμφωνα με τους περισσότερους κλασσικούς ορισμούς ταυτότητας) ή όχι. Το άτομο, μπορεί να μπει με το συγκεκριμένο ψευδόνυμο μία φορά μόνο ή συνέχεια, με αποτέλεσμα να γίνεται αναγνωρίσιμο στους άλλους χρήστες.
Η έννοια της ταυτότητας είναι τόσο σύνθετη που γίνεται αντικείμενο μελέτης ψυχοκοινωνιολόγων, ψυχαναλυτών, ανθρωπολόγων, φιλοσόφων κι άλλων επιστημών ή θεωρήσεων από την αρχαιότητα ως σήμερα.
Από την κοινωνική ψυχολογία, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, επίσης,την σχετική με το θέμα θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Κι επειδή, δεν επεκτείνουμε την έρευνα αυτήν στην επικοινωνία που προκύπτει μεταξύ των χρηστών και στο πώς προσλαμβάνουν τα ψευδόνυμα των άλλων χρηστών (κάτι τέτοιο θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε στο μέλλον), η έννοια της κοινωνικής αναπαράστασης γίνεται αμφίσημη. Αναφερόμαστε στην έννοια της αναπαράστασης του εαυτού, αν και κατά την γνώμη μας το κοινωνικό είναι πάντα παρόν ακόμη και όταν δεν υπάρχει άλλος, αφού αναφερόμαστε σ’ένα σύστημα συμβόλων και εικόνων κοινωνικά καθορισμένων.
Θα περιοριστούμε στην μελέτη των ψευδονύμων που επιλέγουν οι χρήστες για να αυτοπροσδιοριστούν, θεωρώντας ότι το όνομα είναι ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητας. Τα ονόματα και τα επίθετα αποτελούν σύμφωνα με τον Pierre Guiraud τα απλούστερα και καθολικότερα σημάδια της ταυτότητας. Στην αρχή τους, ήταν πάντα αιτιολογημένα, υποδηλώνοντας το άτομο από την ένταξή του σε κάποια οικογένεια ή κάποιο γένος, σε κάποιο επάγγελμα ή σε κάποια φυσική κατηγορία. Στους δικούς μας σύγχρονους πολιτισμούς, η ιστορία οδήγησε σε πτώχευση αυτό το σύστημα, το οποίο όμως, συχνά επαναδραστηριοποιείται με τα παρωνύμια και τα παρατσούκλια.
Στην πραγματική ζωή το όνομα δεν το επιλέγουμε, μας δίνεται και μας ακολουθεί για πάντα-συνήθως. Ακόμη και η αλλαγή του ονόματος στις γυναίκες μετά τον γάμο φαίνεται τελευταία να εγκαταλείπεται ως πρακτική και με την στήριξη του νόμου. Το όνομα είναι φορτισμένο με την ιστορία μας, παρόλο που, έχει χάσει κατά πολύ την αιτιολογία του. Είναι τόσο σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας που βλέπουμε πολλές φορές να καθορίζει συμπεριφορές, αν και δεν γνωρίζουμε σύγχρονες έρευνες για τη σχέση ονόματος και συμπεριφοράς.
Αντίθετα, στους διαδικτυακούς τόπους συζήτησης, το όνομα αυτοεπιλέγεται, κατασκευάζεται εκείνη τη στιγμή και δεν παύει να είναι φορέας μηνύματος για την ταυτότητα του ατόμου. Αυτήν την ατομική επιλογή του ονόματος επιθυμούμε να διερευνήσουμε.
Τι ψευδώνυμα επιλέγουν τα άτομα όταν έχουν αυτήν την ευκαιρία να παρουσιαστούν και να συνδιαλαγούν όντας αόρατα και ανώνυμα;
Με αυτήν την κεντρική ερώτηση ξεκινάμε την έρευνά μας.
Για το πώς επιλέγουν τόσο τα ονόματά τους (την διαδικασία), όσο και τους άλλους που επιλέγουν να συνδιαλαγούν, είναι θέματα πολύ ενδιαφέροντα, πού, όμως, δεν είναι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας.
Μεθοδολογία
Οι δύο βασικές μέθοδοι που χρησιμοποιήσαμε στην έρευνά μας είναι αυτή της συμμετοχικής παρατήρησης σε διαδικτυακό τόπο συζήτησης, η καταγραφή των ψευδονύμων και η ανάλυση περιεχομένου τους.
Επιλέξαμε τον διαδικτυακό τόπο συζήτησης με τίτλο «Σχέσεις» του in.gr, του ομίλου Λαμπράκη επειδή είναι ο πιο γνωστός Ελληνικός διαδικτυακός χώρος (ο όμιλος Λαμπράκη είχε γεμίσει το κέντρο της Αθήνας πριν από μερικούς μήνες με αφίσες, ενώ το ιn.gr διαφημίζεται και στις εφημερίδες του ομίλου). Στον διαδικτυακό τόπο συζήτησης «Σχέσεις» συχνάζουν κατά μέσον όρο περίπου 150 χρήστες κατά τις βραδινές ώρες και τα Σαββατοκύριακα, που είναι και οι περίοδοι αιχμής.
Η συμμετοχική παρατήρησή μας περιορίστηκε στα ονόματα (nick-names) και δεν αφορούσε καθόλου την επικοινωνία αυτήν καθαυτήν που εξελισσόταν.
Η καταγραφή έγινε σε δέκα μέρες, κατά τις οποίες συμμετείχαμε σε διαφορετικές ώρες, υποθέτωντας ότι σε διαφορετικές στιγμές του εικοσιτετραώρου μπορεί να είχαμε σημαντικές διαφορές στα ονόματα, ανάλογα με τις ανάγκες των χρηστών.
Η κάθε καταγραφή κράτησε περίπου μισή ώρα. Σ’αυτό το διάστημα «μπήκαν» και «βγήκαν» πολλοί χρήστες, αλλάζοντας συνεχώς την σύσταση της διαδικτυακής παρέας. Για τον λόγο αυτόν, καταγράψαμε τα ονόματα με την αλφαβητική τους σειρά, έχοντας επίγνωση ότι δεν θα ήταν δυνατό κάποια άλλη μέθοδος που να μπορεί να καταγράψει όλες αυτές τις εισόδους και τις εξόδους των χρηστών.
Στην ανάλυση περιεχομένου, θεωρήσαμε ως μονάδα καταγραφής το κάθε ψευδόνυμο.
Καταλήξαμε σε 24 κατηγορίες όπου κατατάξαμε τα 1534 διαφορετικά ψευδόνυμα που καταγράψαμε συνολικά. Τα ψευδόνυμα που συναντήσαμε παραπάνω από δύο φορές δεν τα ξανακατατάξαμε, καταγράψαμε την συχνότητά τους με την ελπίδα να μπορέσει να συνεχιστεί η έρευνα στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψιν την συχνότητα της χρήσης στους διαδικτυακούς τόπους συζήτησης και την σημασία της.
H ανάλυση των ονομάτων θα μπορούσε να γίνει με πολλούς τρόπους, καθώς η φύση του μέσου (επικοινωνία μέσω πληκτρολόγησης) δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο και παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που θα άξιζαν σημειολογική ανάλυση.
Εμείς, περιοριζόμαστε στην ανάλυση περιεχομένου ακολουθώντας τις ανάγκες των αιτημάτων που θέσαμε εξ’αρχής.
Παρόλ’αυτά, ακόμη και στην ανάλυση περιεχομένου αντιμετωπίσαμε κάποιες δυσκολίες και προβήκαμε σε κάποιες συμβάσεις για την ανάγκη της έρευνάς μας.
Πιο συγκεκριμένα, κάποιοι χρήστες, περίπου το μισό δείγμα μας, δεν χρησιμοποιεί μόνο μία λέξη για το ψευδόνυμο. Αυτή η μερίδα του δείγματος, χρησιμοποιεί περισσότερες από μία λέξεις που ποικίλλουν ως προς το περιεχόμενό τους.
Καθώς θεωρούμε ότι είναι χρήσιμο να θεωρήσουμε ως μονάδα καταμέτρησης το κάθε όνομα στο σύνολό του, ανεξάρτητα από πόσες λέξεις το απαρτίζουν, προβήκαμε στην σύμβαση που θεωρεί σημαντικότερη την αναφορά σε:
1. Κοινωνικά χαρακτηριστικά/οικογενειακή κατατάσταση
2. Διάθεση/πρόθεση/ψυχολογικά χαρακτηριστικά
3. Τόπο
4. Φύλο
5. Ηλικία
6. Όνομα.
Αυτό σημαίνει ότι αν για παράδειγμα έχουμε να κατηγοριοποιήσουμε την μονάδα καταγραφής-ψευδόνυμο: «extreme-fotis», θα την κατατάξουμε στην κατηγορία των ψυχολογικών χαρακτηριστικών και όχι των ονομάτων.
Σκεφτήκαμε ότι είναι προτιμότερο να δουλέψουμε μ’αυτόν τον τρόπο και όχι να προβούμε σε κατακερματισμό των ψευδονύμων, θεωρώντας ότι αλλοιώνουμε λιγότερο την σημασία τους.
Αποτελέσματα
Στο σύνολο των 1534 ψευδονύμων προέκυψαν από την ανάλυση περιεχομένου 24 κατηγορίες. Παρουσιάζουμε τα ευρήματα μας συγκεντρωμένα σε έναν πίνακα και σχηματικά σ’ένα διάγραμμα.
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις κατηγορίες στις οποίες αναφέρονται τα ψευδώνυμα που συναντήσαμε.
| Ηλικία | 216 | 14,08% |
| Χαρακτήρας, ρόλοι, διαθέσεις | 205 | 13,36% |
| Ελληνικά κύρια ονόματα | 163 | 10,62% |
| Ξένα κύρια ονόματα | 158 | 10,30% |
| Τόπος, εθνικότητα,ράτσα | 74 | 4,82% |
| Παραμύθι, μεταφυσική, όνειρο | 55 | 3,58% |
| Φύλο | 49 | 3,19% |
| Επάγγελμα, ενασχόληση | 44 | 2,87% |
| Εξωτερική εμφάνιση | 43 | 2,80% |
| Εκκλήσεις, δηλώσεις | 41 | 2,67% |
| Μυθολογία, αρχαιότητα | 41 | 2,67% |
| κινηματογράφος, θέατρο | 40 | 2,60% |
| Ζώα | 39 | 2,54% |
| Φύση, κόσμος | 38 | 2,47% |
| Τρόφιμα, γεύσεις | 35 | 2,28% |
| Μάρκες, φίρμες | 28 | 1,82% |
| Μουσική | 23 | 1,50% |
| Υπολογιστές, διαδίκτυο | 19 | 1,24% |
| Κόμιξ | 18 | 1,17% |
| Οικογενειακή κατάσταση | 13 | 0,85% |
| Ζώδια | 13 | 0,85% |
| Άλλες διασημότητες | 12 | 0,78% |
| Πολιτικά, ιστορικά πρόσωπα | 6 | 0,39% |
| Άλλα | 161 | 10,49% |
Συμπεράσματα
Η ποικιλία των ψευδονύμων είναι εντυπωσιακή. Αυτός είναι κι ένας λόγος που ο αριθμός των «άλλων», μη κατηγοριοποιημένων ψευδονύμων, είναι τόσο μεγάλος.
Σ’αυτήν την κατηγορία ανήκουν ονόματα που ή δεν μας ήταν κατανοητά ως προς την ανάφορά τους, π.χ. “bofh”, ή που φαινόταν ότι ο χρήστης πληκτρολόγησε τυχαία κάποιους χαρακτήρες, χωρίς να δίνει σημασία στο περιεχόμενο του ονόματος-όπως π.χ. asd ( τρεις χαρακτήρες που είναι οι πρώτοι στην πληκτρολόγηση).
Είναι πιθανόν κάποια απ’αυτά τα ονόματα να έχουν σημασία για τους χρήστες, ή να χρησιμεύουν ως κώδικες αναγνώρισης από κάποιους συγκεκριμένους άλλους, αλλά στην παρούσα έρευνα δεν είχαμε την δυνατότητα διερεύνησης.
Βλέπουμε στα αποτελέσματα ότι το κύριο όνομα είναι ένας βασικός αυτοπροσδιορισμός, ακόμη και στην κατάσταση που το υποκείμενο είναι αόρατο και ανώνυμο. Αν προσθέσουμε τα κύρια ονόματα στο σύνολό τους, ελληνικά και ξένα, θα δούμε ότι φτάνουν στο 21% περίπου του συνολικού δείγματος μας.
Αν προσθέταμε και κύρια ονόματα τα οποία συνοδεύανε αυτοπροσδιορισμούς συνδυασμένους με άλλα στοιχεία, όπως π.χ. την ηλικία ή άλλα, το ποσοστό αυτό θα ανέβαινε ακόμη περισσότερο. Κάτι τέτοιο είναι εύλογο για τον λόγο ότι το κύριο όνομα είναι φορέας και του φύλου, αλλά και κουλτούρας. Έτσι, επιλέγοντας ένα κύριο όνομα, αληθινό ή πλαστό, για τον αυτοπροσδιορισμό, το υποκείμενο αναφέρεται και σ’αυτά τα στοιχεία έμμεσα (Δεν χρειάζεται να αναφέρει το φύλο αν έχει ένα αντρικό ή γυναικείο όνομα).
Παρόλ’αυτά, βλέπουμε τον παράγοντα ηλικία να παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον αυτοπροσδιορισμό. Σ’έναν αυτοπροσδιορισμό που έχει ως στόχο την επικοινωνία, την συζήτηση με τον άλλον, τη δημιουργία σχέσεων- που κάποιες φορές αναπτύσσονται κι εκτός του περιβάλλοντος του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο παράγοντας ηλικία που υπερτονίζεται στον αυτοπροσδιορισμό, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το χάσμα των γενεών υπάρχει κι εκδηλώνεται και στους διαδικτυακούς τόπους συζήτησης. Σε μελλοντική έρευνα, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε πειραματικά, κατά πόσο είναι ισχυρός παράγοντας (επιτρεπτικός ή αποτρεπτικός) για την δημιουργία σχέσεων, εδώ περιοριζόμαστε μόνο στην διαπίστωση αυτού του φαινομένου (της σημασίας της ηλικίας στον αυτοπροσδιορισμό).
Η αναπαράσταση του εαυτού μέσω της στοματικότητας (τροφίμων, γεύσεων, ποτών) δεν ήταν κάτι αναμενόμενο. Ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό χρηστών (2,28%) προτιμάει να αυτοπροσδιοριστεί με αυτόν τον τρόπο. Πιστεύουμε ότι είναι ένα εύρημα που θα έχαιρε ψυχαναλυτικής ερμηνείας. Φαίνεται ότι αυτοί οι χρήστες προσφέρουν τους εαυτούς τους ως εδέσματα προς κατανάλωση. Ενδιαφέρον ίσως παρουσιάζει εδώ η προτίμηση προς τις γλυκές γεύσεις και οι αναφορές στην σοκολάτα, ενώ ως δεύτερη προτίμηση στην γεύση έρχεται το πικάντικο και καυτερό.
Δεν συμπεριλάβαμε σεξουαλική κατηγορία στην ανάλυση περιεχομένου, καθώς τα περισσότερα ονόματα στα οποία διακρίναμε την σεξουαλική πρόθεση, αναφέρονταν σ’αυτήν με υπονοούμενα. Θεωρήσαμε λοιπόν, περισσότερο ενδιαφέρον να δούμε τον μηχανισμό αυτόν μέσα από την ανάλυση των ίδιων των λέξεων. Στην κατηγορία «Τρόφιμα-γεύσεις», βλέπουμε πολλά τέτοια υπονοούμενα, π.χ. «sugarbaby» και θεωρούμε ενδιαφέρον για ανάλυση αυτό καθαυτό το γεγονός της αναπαράστασης της σεξουαλικότητας (και) μέσω της στοματικής-γευστικής οδού.
Ένα ποσοστό 2,67% αντί ονόματος υιοθέτησε ως αυτοπροσδιορισμό μία φράση, έκκληση, δήλωση (π.χ. “eiste oloi idioi”). Θα τολμήσουμε να ερμηνεύσουμε τέτοιες εκδηλώσεις ως εκδραματίσεις, ως τρόπους εκτόνωσης συναισθήματος (acting-out). Φτάνουμε σ’αυτό το συμπέρασμα επειδή σ’αυτές τις δέκα φορές που «μπήκαμε» για την συμμετοχική παρατήρηση και καταγραφή, δεν ξανασυναντήσαμε κανένα απ’αυτά τα υποκείμενα, μ’αυτούς τους αυτοπροσδιορισμούς-γιατί μπορεί να ήταν συνδεδεμένα χρησιμοποιώντας άλλο όνομα. Έτσι, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον ρόλο του διαδικτυακού τόπου συζήτησης και ως ένα μέσον για εκτόνωση, ψυχολογική στήριξη και συναισθηματική αποφόρτιση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει κατά την γνώμη μας ότι τα άτομα προτιμούν να αυτοπροσδιοριστούν περισσότερο με ένα ψευδόνυμο που αφορά στον χαρακτήρα, στις διαθέσεις τους ή σε ψυχολογικά χαρακτηριστικά (σε ποσοστό 13,36%) παρά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, στην εικόνα-αληθινή ή πλαστή (ποσοστό 2,80%).
Αυτό το εύρημα μας εκπλήσσει επειδή γίνεται πολύς λόγος για την πρωτοκαθεδρία της εικόνας στην σημερινή μεταμοντέρνα εποχή, εικόνα που φαντασιακά θα μπορούσε να δομηθεί κατά το επιθυμητό. Φαίνεται όμως, ότι το ίδιο το μέσον και αυτός ο τύπος επικοινωνίας ευνοεί την ανάδειξη άλλων χαρακτηριστικών, καθώς δεν υπάρχει πρόσβαση στην εικόνα-τουλάχιστον στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Είναι ένας χώρος όπου βασιλεύει το φαντασιακό, όπου η προτεραιότητα των χρηστών είναι η συζήτηση (ακόμη κι αν πρόκειται για διαδικτυακό σεξ, όπου ακόμη κι εκεί, οι λέξεις είναι οι φορείς της σεξουαλικής επικοινωνίας).
Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτήν την έρευνα με την ερώτηση που προκύπτει απ’αυτό το τελευταίο συμπέρασμα. Μήπως δηλαδή, παρόλο που αυξάνονται τα εποπτικά μέσα με φαινόμενα Big brother, κρυφές ή φανερές κάμερες, echelon κ.ά. και φαίνεται το ιδιωτικό να απειλείται από το δημόσιο, η εικόνα να κυριαρχεί εις βάρος της εσωτερικότητας, ξαναβρίσκουμε το ιδιωτικό μέσω του φανταστικού;Μήπως ενδέχεται να δούμε στην συνέχεια των μεταμοντέρνων καιρών να αναδύεται η κυριαρχία της φαντασίωσης;
Παιχνίδια ρόλων εξελίσσονται καθημερινά στο διαδίκτυο. Η ταυτότητα ανακατασκευάζεται κατά βούληση. Η βασική μας υπόθεση, κινητήρια δύναμη για την συνέχιση αυτής της εργασίας στο μέλλον, είναι ότι αυτές οι περσόνες δεν είναι απλώς ψεύτικα προσωπεία. Θεωρούμε ότι υπόκεινται σε ψυχολογικές αλήθειες που μέσω αυτής της κάλυψης αποκαλύπτονται.
Aθήνα, 2002.
Βιβλιογραφία
Jean Baudrillard (1983), “Simulations”,New York:Semiotexte.
Γιώργος Βέλτσος (1981), “Οι απροσδιόριστοι παράγοντες. Δοκίμιο δομικής κοινωνικής ψυχολογίας”, Αθήνα: Παπαζήσης.
Sigmund Freud (1985), “L’inquetante etrangete et autres essays”, Paris: Dunod.
Κenneth Gergen (1997) “Ο κορεσμένος εαυτός”, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Erwin Goffman, (1973), “La mise en scène de la vie quotidienne. 1. La presentetion de soi.”, Les editions de Minuit, Paris.
Guiraud Pierre, (1989), Σημειολογία, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος (σειρά: que sais-je?)
Η. Leavitt (1965), Quelques effets de divers reseaux de communications sur la performance de groupe, Dans A. Levy (ed) (1965), Psychologie sociale, texts fondamentaux, Paris:Dunod.
Farr R.M. , Μοscovici S, (1983), “Social representations”, Cambridge: Cambridge University Press
Τζαίησον Ξενάκης (1991), «Χίππηδες και κυνικοί», Αθήνα: Απόπειρα.
Γιώργος Πεφάνης (1999), Το θέατρο και τα σύμβολα: Διαδικασίες συμβόλισης και Δραματικού Λόγου, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Shery Τurkle (1995), “Life on screen: Identity on the age of internet”, New York: Simon and Schuster.
Subscribe to:
Posts (Atom)


